Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ σήμερα είναι ν'αναγγέλεις ότι κάποιος πέθανε,σε ανθρώπους πού δεν ήξεραν ότι ζούσε.

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΑ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ


Μπίρ τζαν, μπίρ πατλιτζάν। Μία ζωή, μία μελιτζάνα। Οι Τούρκοι συνήθιζαν να λένε και συνεχίζουν ακόμα,το είδαμε άλλωστε το 1974 στην Κύπρο, ότι με την ίδια ευκολία που μπορείς να κόψεις μία μελιτζάνα, μπορείς και να αφαιρέσεις την ζωή ενός ΑΠΙΣΤΟΥ। Ο Πρωθυπουργός μας, δεν έχει ελληνική παιδεία γι΄αυτό και δεν τα γνωρίζει। Έχει σπουδάσει στην εσπερία κοινωνιολογία και στην Ελλάδα κάνει κοινωνικοπολιτικό πείραμα και παρατήρηση, για την διατριβή του στο Διδακτορικό, που δεν έχει πάρει.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ: ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΩ ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ

Και τούτο το αντίγραφον των επιστολών, ών απέστειλαν Ονία: Άρειος βασιλεύς Σπαρτιατών Ονία ιέρει μεγάλω χαίρειν, ευρέθη εν γραφή περί τε των Σπαρτιατών και Ιουδαίων, ότι εισίν αδελφοί και ότι εισίν εκ γένους Αβραάμ και νυν αφ΄ού έγνωμεν ταύτα, καλώς ποιήσετε γράφοντες ημίν περί της ειρήνης υμών, και ημείς δε αντιγράφομεν υμίν τα κτήνη υμών και η ύπαρξις υμών ημίν έστι, και τα ημών υμίν έστιν, εντελλόμεθα ούν όπως απαγγείλωσιν υμίν κατά ταύτα, ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ΄ ΠΑΡ, 19
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ ΕΩΣ ΚΑΙ 65 % ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΘΑ ΠΑΝΕ?

Ο Πρωθυπουργός μας έλεγε ότι γέροντες τον πλησίαζαν και προσέφεραν την σύνταξή τους για να σωθεί η χώρα। Τους έχει συναντήσει τώρα τελευταία; Αν όχι, γιατί;

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Ας δούμε γιατί έκαναν στάση πληρωμών στο Ντουμπάι προ δυο ετών και σε τι απέβλεπαν.

Το 1973,η Σαουδική Αραβία και γενικά οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του κόλπου, , με το πρόσχημα ότι εξαντλούνται τα αποθέματα, ανέβασαν την τιμή. Να θυμίσω ότι η τιμή από 3$ το βαρέλι , έφθασε τα 13$ το βαρέλι. Τότε ο κόσμος όλος αντέδρασε, η κατανάλωση περιορίστηκε δραματικά, με αποτέλεσμα το εμπάργκο και τους Άραβες να βρεθούν χωρίς μετρητά. Σε εξέλιξη είχαν πολλά δημόσια έργα υποδομών όπως αεροδρόμια υδραγωγεία εθνικές οδούς κλπ οι εργολάβοι ζητούσαν τα χρήματα τους

Δάνεια δεν είχαν τα κράτη αυτά να πληρώσουν, διότι δεν χρωστούσαν έως εκείνο τον καιρό. Από τοις εισπράξεις του ορυκτού πλούτου τους ζούσαν, έκαναν έργα και αποταμίευαν. Ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς μετρητά, πάνε να ρευστοποιήσουν ομόλογα του αμερικανικού δημόσιου, που είχαν αγοράσει παρά πολλά ,προσπαθούν αλλά δεν αγόραζε κανείς .Πάνε να ρευστοποιήσουν χρυσό που είναι και ήταν η αδυναμία τους, το αποτέλεσμα τζίφος, πολύ χαμηλή η ζήτηση .Τότε τους πλευρίζουν οι διεθνείς τραπεζίτες και με το δουλικό σεβασμό που τους διέπει, όταν θέλουν να ξεσχίσουν, προτίθενται να τους δανείσουν και όταν επανέλθει η αγορά τα εξοφλούν …..Ορισμένα κράτη είναι καταχρεωμένα μέχρι σήμερα, άλλα εξόφλησαν .Στο Ντουμπάι ενθυμούμενοι αυτά τα γεγονότα και μη φοβούμενοι είπαν στάση πληρωμών, εδώ στο Γιουνανιστάν είπαμε, πάρτε τα όλα μόνο τα σώβρακα αν θέλετε, μας αφήνετε και από τα τρία παιδιά, κάθε οικογενείας, ας μην μεταναστεύσει το ένα.


Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Να θυμόμαστε τις ρίζες μας

Πριν σαράντα, και χρόνια, τσακώνονταν οι μαθητές,

ποιος θα απαγγείλει τα ποιήματα στις εθνικές εορτές

και συγκεκριμένα το: μέριασε βράχε να διαβώ του

Α. Βαλαωρίτη και ο ματρόζος του Γ. Στρατήγη. Και τα

δύο έντεχνα δεν ακούγονται πλέον στις σχολικές αίθουσες.

Σας παραθέτω τον ματρόζο , διαβάστε τον, βγάλτε τα

συμπεράσματά σας και σας παρακαλώ τα παιδιά σας,

να τον μάθουν από έξω, για να μπορούν μεθαύριο

με ψηλά το κεφάλι να πουν και αυτά:

"Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!".

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ' τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ' ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν δεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που 'χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου λέγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

"Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ' αποθάνω",
στο τέλος πάντα μου 'λεγε μ' εν' αναστεναγμό,
"Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ' εύρετε μια μέρα από την πείνα...

Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ' τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή του έσωσα μια μέρα
απ' έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ' εκείνον που 'χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη".

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ' απ' το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

"Εδώ τι θέλεις, γέροντα?" ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. "Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής?". "Ποιος Κωνσταντής?". "Αυτός... ο Ψαριανός".
"Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!".

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ' τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού:
"Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!".

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να 'ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε* τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

"Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή?" σε λίγο του φωνάζει,
"γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!...".
"Ποιος το 'λπιζε να δει ποτές", ο γέροντας στενάζει,
"τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!...".
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

"Ποιος είσαι, καπετάνο μου? Και ποιο 'ναι το νησί σου?",
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
"πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ' της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη?
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη?"

Απ' έξω απ' την Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ' την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια...
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ...
Χρόνος δεν ήταν που 'καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα...

Απ' έξω απ' την Τένεδο, θυμάσαι? Μια φρεγάδα
σ' έβαλε εμπρός μ' αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ' οχτώ βατσέλα πίσω της* εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους... επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ' αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρωνώ από μακριά... κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ' εξώρκιζαν να φύγουμε* τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε* επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες... δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και "όρτσα! μάινα τα πανιά!" φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες... μ' αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε* η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: "Τι κάνεις καπετάνο?"
Κι εγώ τους λέω: "Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω...".

Και σου πετώ τη γούμενα... και δένεις το μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε* θυμάσαι? Σου φωνάζω,
"Πρώτος απ' όλους ν' ανεβείς", μα δεν μ' ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν' ανεβούν... έσκυψα κι απ' τα μαλλιά σ' αδράζω,
και σ' έσωσα κι εφύγαμε... μα δάκρυα βλέπω χύνεις!...".

"Ματρόζε μου!" δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ' άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.