Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011
Οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού μας κατα τις τελευταίες εικοσιτέσσερις ώρες
Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011
Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011
ΔΕΝ ΜΑΣ ΞΕΧΝΟΥΝ ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΑΣ
Διαδήλωση κατά της ελληνικής κυβέρνησης έξω από το γενικό προξενείο της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη, μεσημέρι 17 Ιουνίου
«Ομάδα ανεξάρτητων Ελλήνων Πολιτών-Πατριωτών, εξοργισμένοι από τα δεινά που περνά η Πατρίδα μας, ετοιμάζουμε εκδήλωση διαμαρτυρίας προς την ελληνική κυβέρνηση και για συμπαράσταση στα αδέλφια μας στην Ελλάδα, την Παρασκευή 17 Ιουνίου και ώρα 12 μ.μ. (ώρα Νέας Υόρκης). Παρακαλούμε όλους τους Έλληνες Ομογενείς της Διασποράς, ει δυνατόν, να οργανώσουν κάτι ανάλογο (την ίδια μέρα και ώρα) σε όλη την υφήλιο, σε ανάλογους χώρους (Προξενεία, Πρεσβείες, Κοινοτικοί χώροι κλπ), όπου χτυπά η καρδιά του Ελληνισμού»
kalami
Πλοίον Η Ελλάς: Χάσαμε τον Μπούσουλα.stop

Χάσαμε τον Μπούσουλα.
Μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα, οι πυξίδες των πλοίων ήταν απλές κατασκευές, που ο καπετάνιος και το πλήρωμα της γέφυρας τις τσέκαραν συχνά και έκαναν τις απαραίτητες διορθώσεις όταν μπορούσαν . Μεσοπέλαγα όμως ήταν δύσκολη η επισκευή τους , ιδίως δε από τους παλαιούς πλοιάρχους που δεν είχαν την τεχνογνωσία και έτσι όταν τους ζητούσαν εξηγήσεις οι φορτωτές η οι εφοπλιστές για καθυστερήσεις η για οτιδήποτε άλλη ζημία η μόνιμη απάντηση του Καπετάνιου ήταν χάσαμε τον μπούσουλα. Μόνον τότε αναγνώριζε ο καπετάνιος την συλλογική εργασία διότι η ευθύνη ήταν όλων. .Παροιμιώδης ήταν η έπαρση ενός Χιώτη καπετάνιου που όταν επικοινωνούσε με το εφοπλιστικό γραφείο έλεγε ,το πήρα το βαπόρι το έφερα εδώ στο Νιουγιουρκ ,έβγαλα έμβολα, φόρτωσα, έκανα, έκανα έκανα , μια φορά παίρνει τηλέφωνο και λέει τα εξής το Βουλιάξαμε το βαπόρι. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με την χώρα μας και με τον Πρωθυπουργό μας, έχει χαλάσει ο καιρός δεν ξέρει να φτιάξει τον μπούσουλα και πάει την Ελλάδα σε άγνωστα νερά και επικίνδυνα δεν ακούει ούτε το πλήρωμα του αλλά δεν είναι και ναυτίλος γιατί εάν ήταν θα ήξερε ότι στις ακτές των Αγορών παλιά οι κάτοικοι τους άναβαν τις νύχτες φωτιές και παραπλανούσαν τα παραπλέοντα και ταλαιπωρημένα πλοία ,τα οποία εκλάμβαναν ως φάρους τις φωτιές και άλλαζαν πορεία προς το φως, άρα και στο λιμάνι άλλα αντί σωτηρία πήγαιναν στο θάνατο συντρίβονταν στα βράχια και όποιος γλύτωνε τον περίμεναν οι στεριανοί πλιατσικολόγοι για να του περάσουν σίδερα να πουληθεί για σκλάβος, άψυχα και έμψυχα χάνονταν. Πρωθυπουργέ και Καπετάνιε μου, Άλλαξε πορεία, έτσι, που πάμε είναι σίγουρη η καταστροφή μας. Ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη αλλά μόνος του κανένας από το πλήρωμα του δεν σώθηκε.
Κυριακή 12 Ιουνίου 2011
Radio and the manipulation of mind
Ένα νέο σύστημα χειραγώγησης της κοινής γνώμης εφαρμόζετε με επιτυχία από ορισμένους ραδιοφωνικούς σταθμούς και ποιο είναι αυτό; Η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων και sms με τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς την ώρα της εκπομπής τους, οι υποχρεωτικά κωφάλαλοι ακροατές νομίζουν ότι επιτέλους αποκτούν φωνή. Το μόνο που αποκτούν ως προς τα sms είναι η απώλεια χρημάτων τουλάχιστον ένα ευρώ που οι ραδιοφωνικοί σταθμοί λένε ότι αυτό το κοστολόγιο είναι απαραίτητο γιατί είναι και από τα μοναδικά έσοδα του σταθμού έκτος των διαφημίσεων για να είναι αντικειμενικοί και όχι εξαρτώμενοι από την εξουσία. Είναι δε και τα e-mails τα οποία είναι αναπόφευκτα αλλά και αυτά διαβάζονται κατά επιλογή για να μην ενοχλούν. Ο δημοσιογράφος έχει τον παλμό της αντιδράσεως του κοινού ανά δευτερόλεπτο. Έτσι διαμορφώνει και την εκπομπή του να είναι ευχάριστη και δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα με τρόπο ώστε να έχουν το μικρότερο κόστος για την εκάστοτε εξουσία που στην ουσία είναι και οι πραγματικοί χορηγοί τους. Ένα μικρό παράδειγμα που συνέβη εχθές περίπου κατά τις 19:00, αναγνώστηκε μήνυμα ακροάτριας που ερωτούσε γιατί μαζεύουν τα όπλα από την εθνοφυλακή στην Μακεδονία. Η απάντηση του δημοσιογράφου ήταν για οικονομία χρημάτων και συνέχισε ότι τα μηνύματα είναι πάρα πολλά και ότι θα προσπαθήσει να τα διαβάσει όλα. Ερωτώ εσάς αν το συνδυάσουμε ότι από τις πρώτες ενέργειες που έκανε αυτή η κυβέρνηση όταν ανέλαβε ήταν η μετονομασία του υπουργείο Μακεδονίας και Θράκης, αν θυμηθούμε και το τι έλεγε η κυρία Άννα Ψαρούδα Μπενάκη περί απώλειας εδαφών , πράγματα που γνωρίζουμε όλοι μας, ο αφοπλισμός της εθνοφυλακής γίνεται για την οικονομία; Δηλαδή ότι θέλει να πιστέψουμε ο δημοσιογράφος και οι συναυτώ πεμπτοφαλαγγίτες. Θα κλείσω με μια έκφραση που χρησιμοποιούν οι Μεγαρείτες σε τέτοιες περιπτώσεις: Αντε ρε πισωλούρι δημοσιογραφάκο!!!!
Σάββατο 11 Ιουνίου 2011
Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011
Χειμώνας 1941.
Χειμώνας , το κρύο βγαίνοντας από το Τζάνειο νοσοκομείο με έκανε να πονώ φοβερά στις παλάμες των χεριών μου. Ενθύμιο του βαρύ Δεκεμβρίου του 1941 όταν από τότε άρχισα να φροντίζω παιδούλα 11 ετών ολόκληρη την οικογένεια μου. Η μητέρα μου λεχώνα, με την μικρότερη αδελφή μου να κλαίει συνεχώς, και από την ασητεία να μην έχει στο στήθος της γάλα, να κοιτάζει το μωρό με βλέμμα χαμένο, απλανές. Η Ειρήνη η άλλη αδελφή μου 4 ετών έμπαινε μονίμως κάτω από το κρεβάτι και έβγαινε όταν σκοτείνιαζε φοβόταν και με το δάκτυλο στο στόμα απομονώταν. Έπρεπε να φωνάξεις πολλές φορές το όνομα της και να έβλεπε το χέρι, το δικό μου για να βγει από την κρυψώνα της. Ο πατέρας μου με πρησμένα πόδια τύμπανο να ψάχνει για δουλειά, και όταν έβρισκε, κάνοντας διάφορα άνοιγε με δύναμη την πόρτα να τρέξει φωνάζοντας «Ελένη Ελένη σας έφερα φαί σήκω», αν δεν είχε βρει μεροκάματο καθόταν στην αυλή με τον γάτο του και δεν του έπαιρνες κουβέντα. Ο γάτος τον συνόδευε σχεδόν παντού, τον είχαμε από το σπίτι μας στο Πειραιά και τον επήραμε μαζί όταν ήρθαμε στο Περιστέρι, κατόπιν επιθυμίας του πατέρα να μετακομίσουμε το συντομότερο δυνατόν γιατί προέβλεπε ότι το λιμάνι θα βομβαρδιζόταν όπως και έγινε. Δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στους συμμάχους και έλεγε διάφορα για αυτούς, είχε περάσει πάρα πολλά μέχρι να έρθει από τον Πόντο το1922. Η όλη του περιουσία όταν πάτησε στο λιμάνι του Πειραιά ήταν τα βιβλία του, πάρα πολλά ,που τώρα τα καίγαμε για προσανάμματα και ένα τεράστιο μαγκάλι μπρούτζινο με τρία πόδια. Ήταν τόσο τεράστιο που έκανε για όλες τις δουλειές ,εκεί μαγειρεύαμε, εκεί ζεσταίναμε νερό και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς ήταν στο πόλεμο η κουζίνα μας. Στον Πειραιά, το μαγκάλι,δεν το είχα δει ποτέ , είχαμε την σειρά μας. Ο πατέρας μου δούλευε αρχιεργάτης στα νταμάρια του πεθερού του και παππού μας. Μια μέρα ήρθε βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο στο σπίτι και η μητέρα μου τον μάλωσε, αλλάζοντας τον άλλα η κούραση και η αβιταμίνωση τον έριξαν στο κρεβάτι . Μια εβδομάδα έτρεχα από πόρτα σε πόρτα σε όλο το περιστέρι και αντάλλασα αλάτι ,που είχαμε ένα τσουβάλι, με οτιδήποτε τους περίσσευε σε φαγώσιμο. Μετά τίποτε, μόνο τσουκνίδες , τα χόρτα δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα τα μάζευαν οι μεγαλύτεροι που ήξεραν και να τα ξεχωρίζουν. Πέρασαν δέκα μέρες με φαί τσουκνίδες νερόβραστες, με φώναξε η μητέρα μου και μου λέει «Άννα μην φοβηθείς το μωρό δεν θα σωθεί άλλα βρες κάτι για την Ειρήνη πρήστηκε η κοιλίτσα της». Τότε στην παναγίτσα στην Κολοκυνθού ήταν περιβόλια φυτεμένα με ζαρζαβατικά, έτρεξα προς τα εκεί . Βρήκα εργάτες που έκοβαν λάχανα τους παρακάλεσα να μου δώσουν κάτι αλλά δεν μου απάντησαν καν. Μια κοπέλα μόνο, που στα μάτια μου φαινόταν θεόρατη, μου είπε: « Περίμενε να προχωρήσουμε που κόβουμε και μετά μπες στο χωράφι και μάζευε τις λαχανίδες» , έτσι και έκανα. Για καιρό το άδειο παλιό τσουβάλι του αλατιού το γύριζα γεμάτο στο σπίτι , διατηρηθήκαμε στην ζωή . Ο πατέρας μου σηκωνόταν σιγά σιγά, έδειχνε ότι αναρρώνει η χαρά μου ήταν μεγάλη. Τρέχοντας έφτασα στην κολοκυνθού έκανα τον σταυρό μου και μπήκα στο χωράφι που προηγουμένως είχαν βγάλει μπατζάρια. Άρχισα με ένα μαχαιράκι να ψάχνω και να βρίσκω που και που κανένα, στο μυαλό μου, τα φανταζόμουν σα φάρμακο και όλη η οικογένεια θα γινόταν καλά μόλις τα έτρωγε. Ξαφνικά όμως κάτι με κτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού και έχασα τις αισθήσεις μου. Με ξύπνησε ο αφόρητος πόνος που ένοιωθα στα χέρια μου. Όταν συνήρθα από επάνω μου ήταν η Θεώνη, η κοπέλα που μου είχε πει να μπαίνω στο χωράφι μετά το μάζεμα με άλλες δυο , μου κράταγαν τα χέρια και μου έριχναν νερό από μια βαρέλα , προσπαθούσαν να σταματήσουν την αιμορραγία τα κοιτούσα και δεν πίστευα ότι ήταν τα δικά μου, ήταν ανοιγμένα και τρυπημένα σε πολλές μεριές από πάνω και κάτω, από ότι θυμάμαι , λιποθύμησα, ξύπνησα στο σπίτι μας στην αγκαλιά της μάνας μου, με είχαν πάει οι γυναίκες αφού πρώτα με πήγαν σε ένα ιατρείο στα κάτω Πατήσια, με είχαν χαρακώσει στα χέρια το αφεντικό τους και ο γιός του για παραδειγματισμό σαν κλέφτρα , έλεγαν για δικαιολογία, όταν τους στρίμωξαν οι εργάτες. Ποτέ μέχρι και σήμερα δεν έχω φάει στην ζωή μου μπατζάρια. Συνεχίζεται…

