Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Το σαμποτάζ στo Πέραμα.




Το σαμποτάζ είχε οριστεί να γίνει στις 11 Μαρτίου 1943. Τα παλικάρια που αναλάβανε να εκτελέσουνε το παράτολμο «εγχείρημα», δεν είχανε καμιά σχέση με τις επίσημες οργανώσεις που δρούσανε τότε στην Ελλάδα. Δουλεύανε εθελοντικά, για λογαριασμό τους. ΄Η πιο σωστά, για λογαριασμό της ελληνικής πατρίδας. Από την αρχή ακόμα της Κατοχής, είχανε δημιουργήσει μια μικρή ομάδα αντίστασης, με αρχηγό το Γιάννη Γαληνό. Όλοι μαζί δεν ξεπερνούσανε τους είκοσι.
 Ήτανε όμως διαλεχτοί πατριώτες και παίζανε με το θάνατο κάθε λεπτό που περνούσε. Επειδή δεν είχανε ασύρματο για να μπορούνε να μεταδίνουνε πληροφορίες στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, αποφασίσανε να
περιοριστούνε στις δολιοφθορές. Μέχρι τότε είχανε αρκετές επιτυχίες, χωρίς όμως μεγάλα και εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ό σκοπός τους ήτανε να κάνουνε κάτι συνταραχτικό, ώστε να τρομοκρατήσουνε πραγματικά τους Γερμανούς. Σχεδιάζανε, δηλαδή, ν' ανατινάξουνε ολόκληρο το συγκρότημα των γερμανικών αποθηκών του Περάματος. Η  δουλειά κάθε άλλο παρά εύκολη ήτανε. Χρειαζότανε προπαντός να μελετηθεί ο τρόπος που θα ενεργούσανε, για να μην αποτύχουνε σε τίποτα. Από εκρηκτικές ύλες ήτανε απόλυτα εφοδιασμένοι. Στο υπόγειο του σπιτιού του Γιάννη Γαληνού, υπήρχανε όλα τα απαραίτητα για την επιχείρηση τους: Ωρολογιακές βόμβες, χελώνες, στυλό, όλμοι, χειρο­βομβίδες και άλλα. Το ίδιο και στο σπίτι του αιγυπτιώτη Τάκη Γλυτσού, στην οδό Ίμβρου 3, το ίδιο και  στου γνωστού ποιητή και δημοσιογράφου  Παναγιώτη  Τσουτάκου  στην  οδό  Καλαντζάκου  14,  στο    Κερατσίνι.
Το πρόβλημα ήτανε τώρα, το πώς θα κατορθώνανε να τοποθετήσουνε το υλικό αυτό στα σημεία που έπρεπε. 
 Στις αποθήκες του Περάματος, εκτός από τον Τάκη Γλυτσό, που παρίστανε τον εργάτη για λόγους ευνόητους, δούλευε κι Μαρία Σταυρουλάκη, μια τολμηρή κι αδάμαστη  κοπέλα. Αυτή, με πραγματικό κίνδυνο της ζωής της, κατάφερε να μεταφέρει τις «ωρολογιακές» και να τις κρύψει μέσα σ' ένα αδειανό βαρέλι, στην υπ' αριθ­μό 3 αποθήκη, με την αποτελε­σματική βοήθεια του Γλυτσού. Θα μπορούσε να πει κανένας, πως αυτό ήτανε μια επιτυχία ανεπανάληπτη.    
 Έτσι, το σαμποτάζ αυτό αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Μαρτίου 1943, όπως γράψαμε στην αρχή. Δηλαδή, σε μια βδομάδα. Στο μεταξύ ο Γιάννης Γαληνός κι ο Παναγιώτης Τσουτάκος, είχανε συνδεθεί με τον αεροπόρο Νίκο Παλιατσέα, που άνηκε σ' επίσημη οργάνωση της Μέσης Ανατολής. Αλλά μόλις ο τελευταίος πληροφορήθηκε για το προετοιμαζόμενο σαμποτάζ, τους συμβούλεψε ότι το σωστό ήτανε να ρωτήσουνε, προηγούμενα, το Στρατηγείο. Αλλο που δε θέλανε οι δυο συνεργάτες.
Η επικοινωνία γίνηκε με τον ασύρματο της οργάνωσης του Παλιατσέα, που ήτανε τοποθετημένος στην οδό Σεβαστείας  στη Νέα Σμύρνη.Χάρηκε, βέβαια, ο Γαληνός που έβλεπε ότι είχανε πέσει σε καλά χέρια, μα η απάντηση που περίμενε να έρθει αμέσως, δεν ήρθε, παρά έπειτα από είκοσι μέρες. Δεν ήτανε αρνητική, αλλ' ούτε κι έδινε ελπίδες να δράσουνε σύντομα στις αποθήκες του Περάματος ή οπουδήποτε αλλού. Έπρεπε απλώς να περιμένουνε….
Να περιμένουνε τί;  Άγνωστο.  Έτσι κάνανε, πάντοτε, οι Βρετανοί την εποχή εκείνη κι αφήνανε να περνάει πολύτιμος καιρός, δίνοντας απανωτές αναβολές σε πράγματα που έπρεπε να εκτελεστούνε αμέσως. Χωρίς την παραμικρή αναβολή. Η αργοπορία τούτη τους είχε δέσει τα χέρια και δεν ξέρανε τι έπρεπε να κάνουνε και πώς να φερθούνε. Ό Τάκης Γλυτσός κι η Μαρία Σταυρουλάκη προπαντός, βρίσκονταν σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Οι «ωρολογιακές» που βρίσκονταν μέσα στην αποθήκη 3, κρυμμένες, κινδυνεύανε να  ανακαλυφτούνε από τη μια στιγμή στην άλλη.  Αν γινότανε κάτι τέτοιο, ο κίνδυνος του θανάτου θα κρεμότανε πάνω από τα κεφάλια τους. Γιατί οι Γερμανοί θα αρχίζανε, οπωσδήποτε, τις ανακρίσεις και το αποτέλεσμα μπορούσε να το φανταστεί καθένας.
Τόσο ο Παναγιώτης Τσουτάκος, όσο κι ο Τάκης Γλυτσός, ανήκανε από την αρχή της Κα­τοχής και στην Οργάνωση «Βύρωνες», που όχι μονάχα ήτανε αναγνωρισμένη επίσημα από το συμμαχικό Στρατηγείο του Καΐρου, αλλά κι ήτανε μέσα στις πρώτες, αν όχι η πρώτη, που είχε τόσες επιτυχίες στον τομέα των πληροφοριών, των σαμποτάζ και των φυγαδεύσεων. Δεν είχανε δικαίωμα, όμως, να βοηθήσουνε άλλη οργάνωση χωρίς εντολή από «κάτω». Γι' αυτό κι ο Γιάννης Γαληνός απογοητεύτηκε μ όλη αυτήν την κατάσταση και σκέφτηκε να ενεργήσει σύμφωνα με τ' αρχικά του σχέδια.
Τόσο εγώ, όσο κι άλλοι δουλεύουμε για την Ελλάδα, είπε στον Παλιατσέα. Δεν πρό­κειται να περιμένω περισσότε­ρο. Το σαμποτάζ θα γίνει οπωσδήποτε κι αναλαβαίνω κάθε ευθύνη.  Αν θυμώσουνε οι φίλοι μας οι Εγγλέζοι για την ενέργεια, με γεια τους και χαρά τους! Πολύ λίγο μ' ενδιαφέρει.
 Έφυγε ο Γαληνός και μαζί με τον Τσουτάκο, τράβηξε να συναντήσει τη Μαρία Σταυρουλάκη και τον Τάκη Γλυτσό. Ηθελε να τους εξηγήσει τα καθέκαστα και να τους πει πως ήτανε λεύτεροι να βάλουνε μπροστά την υπόθεση. Τα πράγματα όμως ήρθανε ανάποδα.
Οι Γερμανοί, άγνωστο γιατί, παραδίνανε τις αποθήκες στους Ιταλούς και κανένας δεν ήξερε αν οι τελευταίοι θα τους κρατούσανε εκεί, ή θα έφερναν δικούς τους εργάτες και διερ­μηνείς. Η Μαρία, βέβαια, μιλούσε θαυμάσια γερμανικά, ιταλικά και γαλλικά.  Όσο να είναι, όμως, στη θέση της ίσως να βάζανε κάποια  άλλη που τη γνωρίζανε καλύτερα και της είχανε περισσότερη εμπιστοσύνη. Η αγωνία των  Ελλήνων πατριωτών είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Γιατί, εκτός των άλλων, σκεφτόντουσαν πως αν οι Ιταλοί κάνανε έλεγχο στα είδη που θα παραλαβαίνανε κι ανακαλύπτανε τις βόμβες, θα πηγαίνανε όλοι χαμένοι. Βέβαια, αν θέλανε, θα μπορούσανε να φύγουνε από τις αποθήκες η Σταυρουλάκη και ο Τάκης Γλυτσός και να εξαφανιστούνε. Αλλά δεν θα θέλανε να πληρώσουνε άλλοι τα σπασμένα. Τίμιοι  Έλληνες καθώς ήτανε, μείνανε στη θέση τους για να υποστούνε κι αυτοί την τύχη που περίμενε τους άλλους.
Καμιά φορά όμως, συμβαίνουνε ανεξήγητα πράγματα. Ενώ οι αποθήκες ήτανε έτοιμες να παραδοθούνε στους Ιταλούς, οι Γερμανοί αλλάξανε γνώμη την τελευταία στιγμή και τις ξανακρατήσανε. Αναπνεύσανε οι σαμποτέρ, γιορτάσανε το γεγονός κι αποφασίσανε να ενεργήσουνε αμέσως. Αλλά μεσολαβήσανε καινούργια, πάλι, περιστατικά, που μετατρέψανε τα πάντα σε τραγωδία. Σ' ένα μπλόκο, που έκανε η Γκεστάπο στο σπίτι της οδού Σεβαστείας, στη Νέα Σμύρνη, κατόρθωσε να συλλάβει όχι μονάχα τον  23χρονο Νίκο Παλιατσέα, μα και τους συνεργάτες του Σωκράτη Τσελέντη, Σταμάτη Τρατρά, πλοιοκτήτη του πετρελαιοκίνητου «Χρυσάνθη», που έκανε μεταφορές φυγάδων στη Σμύρνη, Α. Καϊρη, Σωκράτη Τσελέντη, Πέτρο Δρακόπουλο καθώς και το Νίκο Μενεγάτο, παλικάρια όλα τους διαλεχτά. Τους βασανίσανε  οι Γερμανοί, τους πετσοκόψανε στην κυριολεξία, αλλά επειδή δεν μπορέσανε να τους αποσπάσουνε λέξη, τους τουφεκίσανε και τους τέσσερις στις 29 Μαΐου 1943.
Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Γιάννης Γαληνός, ο Παναγιώ­της Τσουτάκος, ο Τάκης Γλυτσός, η  Μαρία Σταυρουλάκη κι όλοι οι άλλοι, περιμένανε με την ψυχή στο στόμα να δούνε το αποτέλεσμα. Δεν τολμούσανε να επιχειρήσουνε το μεγάλο σαμποτάζ, από φόβο μην επιδεινώσουνε την κατάσταση. Και οι «ωρολογιακές» εξακολουθούσανε να παραμένουνε κρυμμένες μέσα στο αδειανό βαρέλι, στην υπ αριθμό 3 αποθήκη του Περάματος. Η  Μαρία Σταυρουλάκη, ωστόσο, πνιγότανε από αδημονία. Και δεν έκανε τίποτ' άλλο από το να ψάχνει να βρει τον τρόπο, για να τις τοποθετήσει εκεί που έπρεπε.
Περάσανε μερικές μέρες, ό­μως, χωρίς να κατορθώσει να  βρει την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε. Άλλ' αντί για τη Σταυρουλάκη, τη βρήκε ο Τάκης Γλυτσός, που ενήργησε με καταπληκτική ταχύτητα. Εντελώς τυχαία, ένας Γερμανός τον έστειλε στη γνωστή αποθήκη, για να ξεδιαλέξει μερικά βαρέλια. Ήτανε δέκα η ώρα το πρωί. Ό νεαρός σαμποτέρ άρ­παξε τις βόμβες, που το μέγεθος τις κάθε μιας  δεν ήτανε μεγαλύτε­ρο από ένα πακέτο τσιγάρα και τις τοποθέτησε στα σημεία εκείνα που είχανε καθοριστεί από πριν, αφού προηγούμενα έσπασε την ειδική αμπούλα με τη νιτρογλυκερίνη. Από τη στιγμή εκείνη, το «ωρολογιακό καψούλι», άρχισε να δουλεύει  υποχθόνια. Η έκρηξη θα πραγματοποιούτανε, ακριβώς, στις πέντε τα χαράματα.  Όμως τα πράγματα γίνανε πιο γρήγο­ρα, ίσως από κάποια κακή λειτουργία των ρολογιών: Στις τέσσερις το απόγευμα, τη στιγμή που σχολνούσανε οι ερ­γάτες, μια τρομαχτική έκρηξη ανατάραξε τον αέρα κι έσεισε  τη γη. Τα πάντα ανατιναχτήκανε, τίποτα δεν έμεινε όρθιο. Φωνές τρόμου, κραυγές απελπισίας, βογκητά. 
 Όλο το βράδυ η πυρκαγιά κι οι εκρήξεις συνεχίζονταν άγρια. Κι η καταστροφή θα ήτανε τέλεια, αν δεν άρχιζε, ξαφνικά, να βρέχει. Η Γκεστάπο έκανε συλλήψεις, άλλ' είχε την καλοσύνη να στείλει στο νοσοκομείο τους εργάτες που είχανε πληγωθεί, φυσικά, όλοι τους μένανε πάνω από κάθε «υποψία». Γιατί δεν ήτανε δυ­νατό να βάλουνε αυτοί τη…… φω­τιά και να πέσουνε κατόπι μό­νοι τους μέσα να καούνε! Ό Γλυτσός κι η Σταυρουλάκη, μεταφερθήκανε μαζί με τους άλλους στο Ζάννειο. Το μάθανε αυτό ο Γιάννης Γαληνός κι ο Παναγιώτης Τσουτάκος και τρέξανε να πάνε να τους δού­νε, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που μπορούσε να διατρέξουνε. Μ' όλο που υπήρχανε φρουροί την είσοδο, κανένας δεν τους σταμάτησε. Πριν μπούνε στο θάλαμο, που τους είχανε, ένας Γερμανός αξιωματικός τους  ρώτησε, τι τους ήτανε οι δυο πληγωμένοι.
Είναι φίλοι μας, απαντήσανε ο Γαληνός κι ο Τσουτάκος με κάποια ανησυχία. Μάθαμε για το ατύχημα τους και ήρθαμε να τους δούμε.
 Ό αξιωματικός τους κοίταξε σιωπηλός για ένα ολόκληρο λεπτό. Ύστερα τους είπε, πάντα με τη βοήθεια του διερμηνέα:
Θερμά συγχαρητήρια για τους  φίλους  σας!  Ή   Μαρία Σταυρουλάκη είναι βαριά πληγωμένη και μπορεί να μη ζήσει.  Αν   έχει   οικογένεια, οι Γερμανοί θ' αναλάβουνε την προστασία της.  Μπορείτε  να τους δείτε. Πρέπει να σας τονίσω ότι και οι δυο θυσιαστήκανε  σχεδόν, για να  σώσουνε αυτούς που οι άλλοι  Έλληνες θεωρούνε εχθρούς τους.
 Ό Παναγιώτης Τσουτάκος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
 Μπορεί  να   είμαστε εχθροί αποκρίθηκε, αλλά τέτοιες στιγμές ακριβώς, οι  Έλληνες δείχνουνε τα πραγματικά τους αισθήματα.
 Έπειτα από το σύντομο αυτό διάλογο, ο Γιάννης Γαληνός κι ο Τσουτάκος μπήκανε στο θάλαμο, όπου βρήκανε φασκιωμένους τους δυο συνεργάτες τους. Ήτανε ξαπλωμένοι σε κατάλευκα σεντόνια και τους περιποιόντουσαν με ιδιαίτερη φροντίδα. Τους είδε ο Τά­κης Γλυτσός και τους χαμογέλασε. Όταν μείνανε μόνοι, το παλικάρι τους εξήγησε: «Οι βόμβες λειτουργήσανε πριν την ώρα τους. Καλύτερα έτσι, όμως, γιατί οι Γερμανοί αποδώσανε την έκρηξη σε κάποιο τυχαίο γεγονός. Όσους πιάσανε σαν υπόπτους τους αφήσανε λεύτερους. φτάνει, τώρα, η Μαρία να γίνει καλά». Και γίνηκε, για να συνεχίσουνε τη δράση τους ίσαμε την τελευταία μέρα της Κατοχής.

                                        Γιάννης Β. Ιωαννίδης

Βασίλης  Παν. Κουτουζής   Δημοσιογράφος ερευνητής
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ρίξε και εσύ μια αλήθεια ή ένα ψέμα ή κι ακόμα άλλη μιά αοριστία..